Νέα Σμύρνη: Ολη η πόλη, μια μεγάλη πλατεία

Σε ολόκληρη την επικράτεια, με εξαίρεση ίσως τα μικρά χωριά, υπάρχει μία μόνο «πλατεία», γνωστή ακριβώς έτσι, απλώς με τη λέξη, που σημαίνει ταυτόχρονα ανοιχτωσιά, συνάθροιση, αγορά, δίχως να χρειάζεται άλλον προσδιορισμό δίπλα της: η πλατεία Νέας Σμύρνης. Οποιοδήποτε οδοιπορικό ή επίσκεψη στη συνοικία με τις προσφυγικές καταβολές ξεκινά και τελειώνει απαραιτήτως εκεί, στον τεράστιο δημόσιο χώρο –είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την πλατεία Συντάγματος, για παράδειγμα– με την καθολική πεζοδρόμηση και τα δεκάδες καφέ και εστιατόρια, που βουίζουν από κόσμο όλες τις ώρες της ημέρας.

Δεν ήταν, βέβαια, πάντα ακριβώς έτσι. Σχεδόν έναν αιώνα πριν, οι κοσμοπολίτες και αστοί Σμυρνιοί που είχαν φτάσει στην Αθήνα μετά τον ξεριζωμό από τη Μικρά Ασία έψαχναν έναν ξεχωριστό, δικό τους τόπο, ώστε να μπορέσουν να ανασυνθέσουν του κοινοτικούς δεσμούς τους. Ως πρώτος οικιστής αναφέρεται ο ξυλουργός Αλέξανδρος Βαπορίδης, ο οποίος εγκαταστάθηκε το 1926, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της οικοδόμησης πραγματοποιήθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν χαράχτηκε και η περίμετρος της σημερινής πλατείας.

Fast Forward στη δεκαετία του 1990, όταν η τελευταία ήταν περιμετρικά γεμάτη αυτοκίνητα που σταματούσαν στα εμπορικά καταστήματα και τα μοναδικά στέκια ήταν ο «Γαλαξίας», ο «Γιώργος» (σουβλατζίδικο) και, φυσικά, ο περίφημος «Αδωνις» του τραγουδιού. Η εικόνα άλλαξε ολοκληρωτικά το 2004 με την πεζοδρόμηση, την έλευση του τραμ και κατόπιν την ενοποίηση με τη γειτονική πλατεία Καρύλλου. Περπατώντας σήμερα στην πλατεία, βλέπω ένα σύγχρονο πρόσωπο, με χιλιάδες ανθρώπους που έρχονται και από άλλες συνοικίες για καφέ ή ποτό και κυρίως για την… ατμόσφαιρα.

Βλέπετε εδώ, πέρα από τα επιμέρους μαγαζιά, η ίδια η πλατεία είναι το στέκι. Εχοντας ντόπιους στη συντροφιά μου, τους βλέπω να χαιρετούν ξανά και ξανά κόσμο στον δρόμο, αν και μου επισημαίνουν πως αρκετοί παλιοί Νεοσμυρνιώτες δεν είναι ακριβώς ευχαριστημένοι με τη σύγχρονη «τουριστική» εικόνα. Από την άλλη, παρακολουθώντας γύρω όλον αυτόν τον ορυμαγδό δραστηριότητας, καταλαβαίνει κανείς πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με άτομα όλων των ηλικιών, αλλά με μια ανθρωπογεωγραφία σχεδόν μοναδική: από μικρά παιδιά που τρέχουν γύρω από τις γεφυρωμένες λίμνες και τα σιντριβάνια μέχρι τις πάρα πολλές νεανικές παρέες, τις περιποιημένες κυρίες κάποιας ηλικίας (αυτές βγάζουν μάτι ότι είναι παλιές Νεοσμυρνιώτισσες), αλλά και τους αθλητές με τα δικά τους στέκια και τους κάθε είδους εισοδηματίες, που πρέπει να περνούν τουλάχιστον τη μισή μέρα τους στο ίδιο τραπέζι.

Κάνοντας έναν κύκλο στους πέριξ δρόμους πέφτεις πάνω στα περισσότερα σημεία αναφοράς της συνοικίας. Πρώτα στον Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Φωτεινής, που έχτισαν οι πρόσφυγες και ολοκλήρωσαν οι απόγονοί τους, ως ακριβές αντίγραφο της ομώνυμης εκκλησίας που βρισκόταν στη Σμύρνη. Ο επιβλητικός ναός με το ξεχωριστό κωδωνοστάσιο έχει σχεδόν απέναντί του μία από τις εισόδους του Άλσους. Επίσης οριοθετημένος τη δεκαετία του 1920, ο χώρος πρασίνου είναι πολύ αγαπητός από τους ντόπιους – το «πάρκο της γειτονιάς μας», όπως μου λένε χαρακτηριστικά. Η συνέχεια έχει ακόμη περισσότερη ιστορία, η οποία στη Νέα Σμύρνη, όπως και σε όλους τους υπόλοιπους προσφυγικούς συνοικισμούς, αισθάνεσαι νοερά να συνοδεύει τη βόλτα σου. Έναν ολόκληρο αιώνα μετά την καταστροφή, αυτή η γειτονιά της Αθήνας φέρει ακόμη περήφανα την κληρονομιά της· μπορεί από τα παλιά σπίτια των προσφύγων να απομένουν πλέον ελάχιστα –κυρίως στην Άνω Νέα Σμύρνη–, ωστόσο είναι φανερό πως οι μνήμες περνούν από γενιά σε γενιά.

Σε αυτό το τελευταίο βοηθά και η περίφημη Εστία, η οποία στεγάζεται στο όμορφο νεοκλασικό μέγαρο της πλατείας Χρυσοστόμου Σμύρνης, έχοντας ως σκοπό την επιμόρφωση, την ψυχαγωγία και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Φτάνοντας στην οδό Ομήρου, βλέπεις πού μετακόμισαν όλα εκείνα τα εμπορικά που βρίσκονταν πάνω στην πλατεία. Εμείς ωστόσο δεν έχουμε έρθει προς τα εδώ για να ξοδέψουμε, αλλά για το… «Επιτόκιο». Ετσι λέγεται το ιστορικό μπαρ που βρίσκεται στη γειτονική οδό Παλαιολόγου, με τον ιδιοκτήτη του, Τάκη Καλούδη, να περηφανεύεται πως η ψυχή και ο χαρακτήρας του μαγαζιού δεν έχουν αλλάξει από το 1987 που το άνοιξε, έχοντας έκτοτε μεγαλώσει μπόλικες γενιές, από τη Νέα Σμύρνη και αλλού. «Ημουν 25 χρόνων, δούλευα ταμίας σε τράπεζα και δεν μου άρεσε. Από εκεί όμως πήρα το όνομα. “Επιτόκιο”: είναι πιασάρικο και έχεις συνέχεια τζάμπα διαφήμιση, ειδικά τα τελευταία χρόνια όλοι για επιτόκια μιλάνε στις τηλεοράσεις, στις εφημερίδες…», μου λέει γελώντας. Το μαγαζί είναι όντως ο ορισμός του παραδοσιακού μπαρ, δίχως φιοριτούρες – μουσική (ροκ), ποτά και οικογενειακή ατμόσφαιρα. Στον τοίχο μπροστά από την είσοδο σε υποδέχεται καδραρισμένη η φωτογραφία της θρυλικής «ομάδας με τα μουστάκια» του Πανιωνίου από τη δεκαετία του 1980. «Γενικά στη Νέα Σμύρνη είμαστε μια μεγάλη οικογένεια, με τις αγάπες και τα προβλήματά μας. Εδώ μέσα έχουμε δει τα πάντα: χαρές, λύπες, προτάσεις γάμου, χωρισμούς. Το ’98, όταν η ομάδα κατέκτησε το Κύπελλο, το πούλμαν σταμάτησε εδώ απ’ έξω και έγινε χαμός», θυμάται ο Τάκης Καλούδης.

Πανιώνιος και… COVID-19

Η πανδημία και η πρόσφατη καραντίνα προφανώς επηρέασε τη Νέα Σμύρνη, όπως και τον υπόλοιπο κόσμο, όμως αν ρωτήσεις τους παροικούντες, η πραγματική «αρρώστια» των ντόπιων είναι ο Πανιώνιος. Γνωστός και ως «Ιστορικός», ο σύλλογος αποτελεί ένα από τα πιο ζωτικά κύτταρα της μικροκοινωνίας της Νέας Σμύρνης, έχοντας παράλληλα αναδείξει εκατοντάδες σπουδαίους αθλητές σε ποδόσφαιρο, μπάσκετ και άλλα σπορ. Ένας από αυτούς, ο Δημήτρης Ναλιτζής, μου μιλά για τον μοναδικό δεσμό μεταξύ της πόλης και της ομάδας: «Ο Πανιώνιος είναι το σύμβολο της πόλης μας. Εγώ ξεκίνησα να παίζω το ’93 στην πρώτη ομάδα, ήταν όνειρο.

Ανέκαθεν ο σύλλογος ήταν οικογένεια (η λέξη επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στα λεγόμενα όλων των συνομιλητών μου), ένα κλειστό κύκλωμα· η γειτονιά σε περιτριγυρίζει από την πρώτη στιγμή και σε κάνει να αισθάνεσαι οικεία, όμορφα». Ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής ήταν μέλος της ομάδας του ’98 και μάλιστα πέτυχε το μοναδικό γκολ εκείνου του τελικού Κυπέλλου. Σήμερα οι δυο μικροί γιοι του είναι στις ακαδημίες του συλλόγου.

Εκτός όμως από τον (μόνιμο) ποδοσφαιρικό, πώς πέρασε η Νέα Σμύρνη τον πραγματικό ιό; «Ξαφνικά η υπηρεσία μας μπήκε στο επίκεντρο, με καθημερινές επιχειρήσεις συνεργείων για τη συλλογή πλαστικών ποτηριών και άλλων αντικειμένων που άφηνε ο κόσμος σε κάδους, πεζούλια και παγκάκια – γιατί οι Νεοσμυρνιώτες φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να εγκαταλείψουν την πλατεία τους», μας λέει ο 30χρονος αντιδήμαρχος καθαριότητας Γιώργος Κρικρής και συνεχίζει. «Αυτόν τον καιρό κατάλαβα για πρώτη φορά ότι χρειάζονται οι σπουδές μου στην ψυχολογία. Επρεπε να καθησυχάσουμε τον κόσμο και ταυτόχρονα να πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα. Για εμένα πάντως και ως ψυχολόγος, ένα έχω να πω: η Νέα Σμύρνη είναι ψύχωση!».

πηγή: Καθημερινή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *